Τι είναι οι εμβοές…

Τι είναι οι εμβοές…

Οι εμβοές χαρακτηρίζονται από επίμονο «κουδούνισμα» στα αυτιά ή το κεφάλι. Νέα έρευνα αποκαλύπτει ότι σχεδόν το 10% των ενηλίκων στις ΗΠΑ ζουν με αυτό το πρόβλημα.

 

Οι εμβοές προκαλούνται συνήθως από την τακτική έκθεση σε δυνατούς θορύβους. Αυτό που βιώνει ο ασθενής είναι να ακούει έναν ενοχλητικό, διαρκή ήχο χωρίς να υπάρχει πραγματικό εξωτερικό ερέθισμα για κάτι τέτοιο. Αυτό γίνεται τόσο ενοχλητικό, ώστε το άτομο έχει προβλήματα με τα συναισθήματα, τη σκέψη, τον ύπνο και τη συγκέντρωση και μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της ακοής.

 

Για να εκτιμηθεί πόσοι Αμερικανοί πάσχουν από εμβοές, οι ερευνητές ανέλυσαν τα δεδομένα από την πανεθνική έρευνα του 2007 National Health Interview Survey, στην οποία συμμετείχαν περισσότερα από 75.000 άτομα. Η ανάλυση έδειξε ότι σχεδόν 1 στους 10 ερωτηθέντες είχαν βιώσει αυτό το ενοχλητικό βουητό, βόμβο ή «σφύριγμα» στα αυτιά, ή το κεφάλι τους τελευταίους 12 μήνες.

 

Ανάμεσα σε αυτούς που ανέφεραν εμβοές, το 27% είχε συμπτώματα για περισσότερο από 15 χρόνια, ενώ το 1/3 από αυτούς είχαν σχεδόν συνεχή συμπτώματα. Οι εμβοές συνδέονται συχνότερα με άτομα που εκτίθενται συνεχώς εκτεθειμένοι σε δυνατούς θορύβους, είτε στην εργασία τους, είτε σε άλλες δραστηριότητες.

 

«Η χρόνια έκθεση σε δυνατούς ήχους στην δουλειά ή στο σπίτι συνδέεται με χρόνιες εμβοές και, ως εκ τούτου, αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί και να ελαχιστοποιηθεί», ανέφερε ο επικεφαλής της έρευνας, δρ Harrison Lin, από το πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια.

 

Η έρευνα αποκαλύπτει, επίσης, ότι περίπου το 40% των ερωτηθέντων ανέφερε ότι το πρόβλημα επιδεινώνεται ακριβώς πριν πέσουν για ύπνο. Ωστόσο, μόνο για το 7% αποτελεί ένα μεγάλο, ή πολύ μεγάλο πρόβλημα σε σύγκριση με το 42% που είπε ότι είναι ένα μικρό πρόβλημα. Μόνο το 49 τοις εκατό ερωτηθέντων είχε μιλήσει για τις εμβοές του με κάποιον γιατρό.

 

Η φαρμακευτική αγωγή βρέθηκε ότι είναι η πιο συχνή θεραπεία που συνιστάται από τους γιατρούς (45%). Τα ακουστικά βαρηκοΐας και άλλες συσκευές «συγκάλυψης» των εμβοών προτάθηκαν επίσης σε πολλούς ασθενείς, ενώ μόνο το 0,2% των γιατρών πρότεινε τη γνωστική συμπεριφορική θεραπεία ως επιλογή για τους ασθενείς.
ΠΗΓΗ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ